πινελιά

Μεταφράσεις

πινελιά

touch (pine'ʎa)
ουσιαστικό θηλυκό
η μπογιά που αφήνει το πινέλο με μια κίνηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close