πιπιλάω

Μεταφράσεις

πιπιλάω

(pipi'lao)

πιπιλίζω

(pipi'lizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βυζαίνω πιπίλα ή το δάχτυλο πιπιλάω το δάχτυλο
2. κρατάω κτ στο στόμα χωρίς να το καταπίνω πιπιλάω καραμέλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close