πιστός

(προωθήθηκε από πιστή)
Μεταφράσεις

πιστός

(pi'stos) αρσενικό

πιστή

(pi'sti) θηλυκό

πιστό

Glauben, treufaithful, believer, perfect, solid, true-blue, votary, true, devout, loyalcroyant, fidèlefedeleمُخْلِصvěrnýtrofastfiel, lealuskollinenvjeran忠実な성실한loyaallojalwiernyfielверныйtrogenเชื่อถือได้sadıktrung thành忠实的, 忠诚忠誠נאמן (pi'sto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν προδίδει την πίστη του πιστός χριστιανός πιστός σύζυγος
2. που εμπνέει εμπιστοσύνη πιστός φίλος
3. ακριβής πιστό αντίγραφο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close