πιστεύω

Μεταφράσεις

πιστεύω

(pi'stevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
θεωρώ ότι αυτό που ακούω είναι αλήθεια Μην τον πιστεύεις, λέει ψέματα

πιστεύω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. νομίζω Πιστεύω πως δουλέψαμε σωστά.
2. έχω πίστη πιστεύω στο διάλογο

πιστεύω

believe, creedkredicreercroirecredereيُؤْمِنُ, يُصَدِّقُvěřittroglaubenuskoasmatrati, vjerovati信じる, 信仰する...을 믿다, 믿다geloventrouwierzyćacreditar, crerверить, считатьtroเชื่อ, เลื่อมใส ศรัทธาinandırmak, inanmaktin, tin tưởng相信, 笃信宗教
ουσιαστικό ουδέτερο
πεποιθήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close