πιστοποιώ

Μεταφράσεις

πιστοποιώ

certify, attest, authenticate, avercertifiecertifica (pistopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βεβαιώνω με επίσημο έγγραφο πιστοποιώ το θάνατο κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close