πιστωτικός

(προωθήθηκε από πιστωτικό)
Μεταφράσεις

πιστωτικός

(pistoti'kos) αρσενικό

πιστωτική

(pistoti'ci) θηλυκό

πιστωτικό

creditالائتمانאשראיкредитkreditcréditocreditokredit信用créditluotto信用crédito (pistoti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με πίστωση πιστωτική κάρτα πιστωτικό όριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close