πιστωτής

(προωθήθηκε από πιστώτρια)
Μεταφράσεις

πιστωτής

(pisto'tis) αρσενικό

πιστώτρια

creditorcréanciercredor債權人債権者Gläubiger채권자الدائن债权人creditoreเจ้าหนี้acreedorvěřitel (pi'stotria) θηλυκό
ουσιαστικό
που παραχωρεί δάνειο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close