πλάγιος

Μεταφράσεις

πλάγιος

('plaʝios) αρσενικό

πλάγια

('plaʝia) θηλυκό

πλάγιο

schrägcircuitous, lateral, oblique측면boční ('plaʝio) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει κλίση στο πλάι πλάγια θέση
2. έμμεσος πλάγια ερώτηση
3. από το πλάι, λοξός πλάγιο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close