πλάνο

Μεταφράσεις

πλάνο

plan, shot ('plano)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. σχεδιάγραμμα το πλάνο ενός σπιτιού
2. πρόγραμμα ακολουθώ το πλάνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close