πλέκω

Μεταφράσεις

πλέκω

tricoterknit, braidيَنْسِجُpléststrikkestrickenhacer punto, tejerneuloaplestilavorare a maglia編む...을 뜨다breienstrikkerobić na drutachtricotarвязатьstickaถักörmekđan编织 ('pleko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κατασκευάζω ρούχο ή άλλο αντικείμενο με νήμα ή άλλο υλικό πλέκω ζακέτα πλέκω καλάθι πλέκω τα μαλλιά μου κοτσίδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close