πλένομαι

Μεταφράσεις

πλένομαι

('plenome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
κάνω ντους, την τουαλέτα μου Πλύθηκα κι έφυγα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close