πλήγμα

Μεταφράσεις

πλήγμα

打撃slagударslaggolpecolpoמכה ('pliɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. δυνατό χτύπημα καταφέρνω πλήγμα στον εχθρό
2. μεταφορικά δοκιμασία δέχομαι πλήγμα αδιαμαρτύρητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close