πλήρωμα

Μεταφράσεις

πλήρωμα

crew, paymentطاقِمposádkabesætningBesatzungtripulaciónmiehistöéquipageposadaequipaggio乗組員승무원bemanningmannskapzałogatripulaçãoкомандаbesättningลูกเรือtayfathủy thủ đoàn全体人员 ('pliroma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το προσωπικό αεροπλάνου ή πλοίου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close