πλήττω

Μεταφράσεις

πλήττω

('plito)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βαριέμαι

πλήττω

schlagenbored, hit, bore, strikes'ennuyer, frapperيَضْرِبُudeřitslågolpearlyödäudariticolpire打つ...을 치다slaanslåuderzyćbater emнападатьslåตี ดีด ปะทะvurmakđập打击
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κακό, βλάπτω Η ξηρασία πλήττει τη χώρα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close