πλακουτσωτός

(προωθήθηκε από πλακουτσωτό)
Μεταφράσεις

πλακουτσωτός

(plakutso'tos) αρσενικό

πλακουτσωτή

(plakutso'ti) θηλυκό

πλακουτσωτό

(plakutso'to) ουδέτερο
επίθετο
που είναι σα να έχει πατηθεί και πλατύνει πλακουτσωτή μύτη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close