πλακώνω

Μεταφράσεις

πλακώνω

(pla'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πέφτω πάνω από κπ ή κτ Το αυτοκίνητο πλάκωσε τη μοτοσυκλέτα.
2. μεταφορικά πιέζω, βαραίνω Με πλακώνει αυτή η ιστορία.
3. οικείο μεταφορικά δέρνω
τον δέρνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close