πλανητικός

(προωθήθηκε από πλανητική)
Μεταφράσεις

πλανητικός

(planiti'kos) αρσενικό

πλανητική

(planiti'ci) θηλυκό

πλανητικό

planetary (planiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους πλανήτες το πλανητικό σύστημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close