πλαν-ιέμαι-ώμαι

Μεταφράσεις

πλαν-ιέμαι-ώμαι

(pla-'ɲeme-'n-ome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
κυκλοφορώ στην ατμόσφαιρα Μια μυρωδιά γκαζιού πλανιέται στο σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close