πλασμένος

(προωθήθηκε από πλασμένο)
Μεταφράσεις

πλασμένος

(pla'zmenos) αρσενικό

πλασμένη

(pla'zmeni) θηλυκό

πλασμένο

(pla'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει δημιουργηθεί από κπ O άνθρωπος είναι πλασμένος από τον Θεό.
2. που έχει κλίση σε κτ Είναι πλασμένος γι'αυτή τη δουλειά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close