πλαστικός

(προωθήθηκε από πλαστική)
Μεταφράσεις

πλαστικός

(plasti'kos) αρσενικό

πλαστική

(plasti'ci) θηλυκό

πλαστικό

plastiqueplasticبِلاسْتِيكِيّumělohmotnýuægteaus Plastikde plásticomuovi-plastičandi plasticaプラスチックの플라스틱의plasticplast-plastikowyde plástico, plásticoпластмассовыйplastซึ่งทำด้วยพลาสติกplastikbằng nhựa塑料的, 塑料פלסטיקпластмаса (plasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. φτιαγμένος από πλαστικό πλαστικό ποτήρι
2. σχετικός με έργο τέχνης οι πλαστικές τέχνες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close