πλατινένιος

(προωθήθηκε από πλατινένιο)
Μεταφράσεις

πλατινένιος

(plati'neɲos) αρσενικό

πλατινένια

(plati'neɲa) θηλυκό

πλατινένιο

(plati'neɲo) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από πλατίνα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close