πλειοδοτώ

Μεταφράσεις

πλειοδοτώ

يُزايدُ

πλειοδοτώ

nabídnout

πλειοδοτώ

byde

πλειοδοτώ

bieten

πλειοδοτώ

bid

πλειοδοτώ

ofertar, pujar

πλειοδοτώ

tarjota

πλειοδοτώ

faire une offre

πλειοδοτώ

licitirati

πλειοδοτώ

fare un’offerta

πλειοδοτώ

入札する

πλειοδοτώ

입찰하다

πλειοδοτώ

bieden

πλειοδοτώ

gi bud

πλειοδοτώ

zalicytować

πλειοδοτώ

fazer um lance

πλειοδοτώ

bjuda

πλειοδοτώ

ประมูล

πλειοδοτώ

fiyat vermek

πλειοδοτώ

trả giá

πλειοδοτώ

竞价
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close