πλειστηριασμός

Μεταφράσεις

πλειστηριασμός

auctionastaמכירה פומביתsubastaمزادauktionauktionаукционтъргveilingオークション拍卖Auktion拍賣enchères경매leilãoaukce (plistiria'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
δημόσια πώληση αγαθού σε όποιον προσφέρει περισσότερα πουλάω κτ στον πλειστηριασμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close