πλεονέκτης

Μεταφράσεις

πλεονέκτης

(pleo'nektis) αρσενικό

πλεονέκτρια

(pleo'nektria) θηλυκό
ουσιαστικό
που φέρεται με πλεονεξία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close