πλεονασμός

Μεταφράσεις

πλεονασμός

pléonasme, licenciementPleonasmus, Entlassungطَرْدpropouštěníafskedigelseredundancydespidoirtisanominenvišakesubero余剰人員の解雇해고overtolligheidarbeidsledighetredukcja etatudespedimento, redundânciaизбыточностьfriställningการให้ออกจากงานişten çıkarmatình trạng dư thừa冗余 (pleona'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
περιττό στοιχείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close