πλεοναστικός

Μεταφράσεις

πλεοναστικός

(pleonasti'kos) αρσενικό

πλεοναστική

(pleonasti'ci) θηλυκό

πλεοναστικό

(pleonasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
περιττός πλεοναστικό σχόλιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close