πλεονεκτικός

(προωθήθηκε από πλεονεκτικό)
Μεταφράσεις

πλεονεκτικός

(pleonekti'kos) αρσενικό

πλεονεκτική

(pleonekti'ci) θηλυκό

πλεονεκτικό

vantajosoadvantageous (peonekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που παρουσιάζει κπ πλεονέκτημα είμαι σε πλεονεκτική θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close