πλεονεκτώ

Μεταφράσεις

πλεονεκτώ

(pleone'kto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close