πληγωμένος

(προωθήθηκε από πληγωμένο)
Μεταφράσεις

πληγωμένος

(pliɣo'menos) αρσενικό

πληγωμένη

(pliɣo'meni) θηλυκό

πληγωμένο

مَجْرُوحٌzraněnýsåretverletzthurtheridoloukkaantunutblessépovrijeđenferito傷ついた다친gewondskadetzranionymachucado, magoado, feridoпострадавшийsåradได้รับบาดเจ็บincinmişđau đớn受伤害的 (pliɣo'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει τραυματιστεί Είναι βαριά πληγωμένος.
2. μεταφορικά που έχει πληγωθεί ψυχικά πληγωμένος εγωισμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close