πληγώνω

Μεταφράσεις

πληγώνω

blesserwound, hurtيُؤْذِي, يَجْرَحُzranitsåre, skadeverletzenhacer daño, herirhaavoittaa, satuttaaozlijediti, ranitiferire傷つける(...을) 다치게 하다, 상처를 입히다pijn doen, verwondensåre, skadezranićferir, machucar, magoarпричинять боль, ранитьgöra illa, såraทำให้บาดเจ็บ, บาดเจ็บincitmek, yaralamakgây tổn thương, làm đau伤害, 击伤 (pli'ɣono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δημιουργώ τραύμα σε κπ Τον πλήγωσε κατά λάθος.
2. μεταφορικά πικραίνω Αυτή η αποτυχία τον πλήγωσε.
3. προσβάλλω Ο τόνος του την πλήγωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close