πληθαίνω

Μεταφράσεις

πληθαίνω

(pli'θeno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αυξάνομαι Πληθαίνουν τα κρούσματα ρατσισμού.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close