πληθωρικός

(προωθήθηκε από πληθωρικό)
Μεταφράσεις

πληθωρικός

(pliθori'kos) αρσενικό

πληθωρική

(pliθori'ci) θηλυκό

πληθωρικό

pléthorique (pliθori'ko) ουδέτερο
επίθετο
που εκδηλώνεται πολύ έντονα πληθωρικός τύπος πληθωρικό ταπεραμέντο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close