πληκτικός

(προωθήθηκε από πληκτική)
Μεταφράσεις

πληκτικός

(plikti'kos) αρσενικό

πληκτική

(plikti'ci) θηλυκό

πληκτικό

dull, tediousمـُمِلّnezáživnýkedeliglangweiligaburridotylsäennuyeuxdosadanmonotono面白くない단조로운saaimattnudnydesinteressanteскучныйtråkigน่าเบื่อsıkıcıbuồn tẻ乏味的, 无趣無趣 (plikti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει κπ να πλήττει πληκτική βραδιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close