πλημμυρίζω

Μεταφράσεις

πλημμυρίζω

(plimi'rizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για ποτάμι) ανεβαίνει η στάθμη του νερού Το ποτάμι πλημμύρισε.
2. γεμίζω νερό Το υπόγειο πλημμύρισε.
3. μεταφορικά γεμίζω Το θέατρο πλημμύρισε (από) κόσμο.

πλημμυρίζω

flood, inundateيُغْرِقُ, يَفْيضُrozvodnit se, zaplavitblive oversvømmet, oversvømmeüberlaufen, überschwemmendesbordarse, inundar, inundarsetulviainonderpoplavitiallagarsi, inondare氾濫させる, 氾濫する(...을) 범람시키다, 범람하다onder water lopen, overstromenoversvømmezalać, zostać zalanymalagar, extravasar, inundarзатопить, затоплятьöversvämma, svämma överไหลบ่า ไหลล้น, ท่วมsu baskınına uğramak, su basmakngập, tràn ngập淹没
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταφορικά γεμίζω Μπαλόνια πλημμύρισαν την αυλή. Ένα αίσθημα χαράς με πλημμύρισε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close