πλησιάζω

Μεταφράσεις

πλησιάζω

(plisi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πηγαίνω κοντά σε κπ Μη με πλησιάζεις!
2. προσεγγίζω πλησιάζω τα σαράντα

πλησιάζω

approach, accost, come upapprocher, s'approcher, monterيَقْتَرِبُpřiblížit se, přistoupitkomme hen, tilgangaufkommen, nähern (sich)acercarse, aproximarse, subirlähestyä, tulla luokseprići, pristupitiavvicinarsi, spuntare fuori上がる, 近づく다가가다, 접근하다naar toelopen, naderenkomme opp, nærme (seg)podejść, zbliżyć sięaproximar-se, surgirподходить, приближатьсяkomma upp, närma (sig)เข้าใกล้, เข้าไปใกล้gündeme gelmek, yaklaşmakđến gần, tiến lại接近, 走近מתקרב
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πηγαίνω κοντά σε κτ ή κπ Πλησιάστε, παρακαλώ.
2. φτάνω, κοντεύω Πλησιάζουμε στο σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close