πλησιέστερος

(προωθήθηκε από πλησιέστερο)
Μεταφράσεις

πλησιέστερος

(plisi'esteros) αρσενικό

πλησιέστερη

(plisi'esteri) θηλυκό

πλησιέστερο

plej proksimaplus procheالأقربnärmastmás cercanonejbližšíближайшийclosest最接近הקרוב ביותרнай-близката最接近am nächsten最も近い (plisi'estero) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται πιο κοντά το πλησιέστερο φαρμακείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close