πλούσιος

Μεταφράσεις

πλούσιος

('plusios) αρσενικό

πλούσια

('plusia) θηλυκό

πλούσιο

reichrich, wealthy, lushricorichericcoغَنِيّbohatýrigrikasbogat金持ちの부유한rijkrikbogatyrico, Richбогатыйrikรวยzengingiàu có富的богат ('plusio) ουδέτερο
επίθετο
1. με μεγάλη οικονομική άνεση πλούσια χώραοικογένεια
2. γεμάτος, πλήρης από τροφή πλούσια σε βιταμίνες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close