πνίγομαι

Μεταφράσεις

πνίγομαι

choke, drown, suffocate, smotherse noyer, suffoquer, s’étoufferيَخْتَنِقُdusit (se)være ved at kvæleserstickenasfixiartukehtuagušiti sesoffocare息が詰まる숨이 막히다verstikkenkveledusićengasgar-seдушитьkvävasทำให้หายใจไม่ออกtıkanmakbị nghẹt thở哽住 ('pniɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. πεθαίνω στο νερό από πνιγμό πνίγομαι στη θάλασσα
2. μεταφορικά πιέζομαι αφόρητα πνίγομαι στη δουλειά
3. τα χάνω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close