πνευματικός

Μεταφράσεις

πνευματικός

(pnevmati'kos) αρσενικό

πνευματική

(pnevmati'ci) θηλυκό

πνευματικό

geistig, intellektuell, spirituellintellectual, spiritual, mental, confessor, ghostly, pneumatichenkinen, älyllinen, hengellinenspirituel, confesseur, mental, pneumatique, spirituelle, intellectuelmentale, intellettuale, spiritualegeestelijke, mentaal, intellectueel, spiritueelespiritual, mental, intelectualдуховный, интеллектуальныйرَوحِيّ, فِكْرِيٌّduševní, intelektuálníintellektuel, spirituelespiritual, intelectualduhovan, intelektualan知的な, 精神的な정신적인, 지능의intellektuell, spirituellduchowy, intelektualnyintellektuell, spirituellเกี่ยวกับจิตใจ, ซึ่งมีปัญญาสูงentelektüel, manevithuộc tinh thần, thuộc trí óc智力的, 精神上的 (pnevmati'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. διανοητικός η πνευματική κληρονομιά πνευματική απασχόληση
δικαίωμα διανοούμενου πάνω στο έργο του
2. σχετικός με το πνεύμα o πνευματικός πατέρας κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close