πνευματώδης

(προωθήθηκε από πνευματώδες)
Μεταφράσεις

πνευματώδης

(pnevma'toðis) αρσενικό-θηλυκό

πνευματώδες

witty, humorousفَطِن, فُكَاهِيٌّduchaplný, vtipnýmorsom, vittiggeistreich, humorvollhumorístico, ocurrentehumoristinen, nokkelacomique, findomišljat, humorističanarguto, divertenteユーモアのある, 機知に富んだ유머가 풍부한, 재치 있는gevat, humoristischhumoristisk, vittigdowcipny, humorystycznycómico, cômico, engenhosoостроумный, юмористическийkvick, roligซึ่งใช้คำพูดอย่างมีสติปัญญาและตลก, ตลกขบขันesprili, nüktelihài hước, hóm hỉnh富幽默感的, 诙谐的 (pnevma'toðes) ουδέτερο
επίθετο
έξυπνος πνευματώδες χιούμορ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close