πνευστός

Μεταφράσεις

πνευστός

(pnef'stos) αρσενικό

πνευστή

(pnef'sti) θηλυκό

πνευστό

(pnef'sto) ουδέτερο
επίθετο
όργανο που βγάζει ήχο με τη βοήθεια του αέρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close