πνεύμονας

Μεταφράσεις

πνεύμονας

lungpoumonpolmoneرِئَةٌplícelungeLungepulmónkeuhkoplućalonglungepłucopulmãoлегкоеlungaปอดakciğerphổi ('pnevmonas)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ανατομία καθένα από τα δύο όργανα αναπνοής στο θώρακα o καρκίνος του πνεύμονα
2. μεταφορικά τόπος με πλούσια βλάστηση πράσινος πνεύμονας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close