πνιγηρός

(προωθήθηκε από πνιγηρή)
Μεταφράσεις

πνιγηρός

(pniʝi'ros) αρσενικό

πνιγηρή

(pniʝi'ri) θηλυκό

πνιγηρό

acrid, close, muggy, stifling, sultry, stuffyمُتَغَطْرِسnudnýgammeldagsstickigviciadotunkkainenconfinéformalansoffocante風通しの悪い답답한bedomptinnestengtdusznylimitadoспертыйkvavหัวโบราณhavasızcổ hủ乏味的 (pniʝi'ro) ουδέτερο
επίθετο
που δημιουργεί συναίσθημα πνιγμού πνιγηρή ατμόσφαιρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close