πνιχτός

Μεταφράσεις

πνιχτός

(pni'xtos) αρσενικό

πνιχτή

(pni'xti) θηλυκό

πνιχτό

(pni'xto) ουδέτερο
επίθετο
που εμποδίζεται να βγει πνιχτή κραυγήφωνή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close