ποδοπατάω

Μεταφράσεις

ποδοπατάω

(poðopa'tao)

ποδοπατώ

(poðopa'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πατάω κτ με τα πόδια για να το καταστρέψω Toν ποδοπάτησε το πλήθος.
2. μεταφορικά καταστρέφω ποδοπατάω την ευτυχία κάποιου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close