πολεμάω

Μεταφράσεις

πολεμάω

(pole'mao)

πολεμώ

(pole'mo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μάχομαι εναντίον πολεμάω τον εχθρό πολεμάω τις προκαταλήψεις

πολεμάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω πόλεμο Πολεμούν για το πετρέλαιο.
2. κάνω μεγάλες προσπάθειες Πολεμάω να συνέλθω.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close