πολεμοφόδια

Μεταφράσεις

πολεμοφόδια

muniçõesmunitiemunizionimunitions弹药תחמושתбоеприпасиammunitionMunitionamunicja彈藥ammunition (polemo'foðia)
ουσιαστικό ουδέτερο πληθυντικός
ο στρατιωτικός εξοπλισμός σε περίοδο πολέμου
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close