πολιορκία

Μεταφράσεις

πολιορκία

setgesiegesiègeосадаassedioBelagerungالحصار包囲Обсадаcercooblężenie포위 (polior'cia)
ουσιαστικό θηλυκό
κατάληψη χώρου με αποκλεισμό κατάσταση πολιορκίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close