πολιορκητής

Μεταφράσεις

πολιορκητής

(poliorci'tis) αρσενικό

πολιορκήτρια

(polior'citria) θηλυκό
ουσιαστικό
που κάνει πολιορκία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close