πολιτικός

(προωθήθηκε από πολιτικό)
Μεταφράσεις

πολιτικός

(politi'kos) αρσενικό

πολιτική

(politi'ci) θηλυκό

πολιτικό

(politi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την πολιτική πολιτικό θέμα πολιτικός αρχηγός πολιτική εφημερίδα
2. σχετικός με τον πολίτη πολιτικά δικαιώματα

πολιτικός

politician, political, civilian, statesmancivilapoliticien, politique, civil, civiquePolitiker, politischسِيَّاسِيّpolitický, politikpolitiker, politiskpolíticopoliitikko, poliittinenpolitičar, političkipolitico政治の, 政治家정치가, 정치적인politicus, politiekpolitiker, politiskpolityczny, politykpolíticoполитик, политическийpolitiker, politiskที่เกี่ยวกับการเมือง, นักการเมืองpolitik, politikacıchính trị, chính trị gia政治家, 政治的
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
πρόσωπο που ασχολείται ενεργά με την πολιτική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close